Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

σαριλούχ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. σα̤ριλούχ’ , 2. σερινλούκ' Προφορά: σεαριλούχ
  1. δροσιά σαν θυμός Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα:
    Έβρεξεν κι εγέντον σ̌αριλούχ.

Παρατηρήσεις - Σχόλια