Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τρικέφαλον (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: τρικέφαλον Προφορά: τρικέφαλον
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα - Ερμηνεία:
    Ντ’ εποίκες αντραδέρφ’σα; Τρικέφαλον οφίδ’. (φράση, εννοεί πολύ ανήσυχο, άτακτο παιδί)

Παρατηρήσεις - Σχόλια