Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

σαρίν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: σα̤ρίν Προφορά: σεαρίν
  1. δροσερός Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) δροσερός. Ατά έχ’νε κρύα νερά και σα̤ρίνα̤ εβόρας.
    2) σαν θυμωμένος. Σα̤ρίνα̤ στεκ’.

Παρατηρήσεις - Σχόλια