Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

σαλβάρ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: σ̌αλβάρ' Προφορά: σαλβάρ
  1. 1) είδος βράκας πιο παλιάς από την κρητική από τσόχα με πτυχές 2) ανδρική βράκα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Αργυρούπολης

  2. είδος αντρικής βράκας Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  3. παντελόνι, βράκα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση :
    περσική, από την περσική λέξη chalvar

Παρατηρήσεις - Σχόλια