Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ωμίτσα (τα) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ωμίτσα̤ Προφορά: ωμίτσεα
  1. οι ώμοι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ποιητικό

    Παράδειγμα:
    Να εχ' σ’ ωμίτσα σ’ αετούς σα τέκια περιστέρα και όσα σαύρια σύρκουνταν σ’ ωμίτσα σ’ να διαβαίν’νε.

Παρατηρήσεις - Σχόλια