Προέλευση:
τουρκική
Παραδείγματα:
1) κτηματομεσίτης. Μάνα ’κί παίρω σαράφ’, απάν’ ατ’ ξάϊ ’κ’ εχͮ’ ινσάφ.
2) Οικονόμος μέχρι τσιγκουνιάς. Άντρας ατ’ς πολλά σαράφ’ς εν’. Για το να̤φιλά̤ν έξοδον αρχινά και βαρκίζ’.
Προέλευση :
αραβική, από την αραβική λέξη saraf