Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

σαρακενός (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: σαρακενός Προφορά: σαρακενός
  1. κάτοικος Αραβίας Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Σαρακενούς επέντεσεν ση Ρωμανού τον κάμπον.

Παρατηρήσεις - Σχόλια