Προέλευση: τουρκική
Παράδειγμα: Εγιανλάεψα και το λιθάρ ’κ’ εντώκε με.
Παράγωγο: γιανλάεμαν
Ερμηνεία: γέρνω στο πλάι
Ενεστώτας: γιανλαεύω Παρατατικός: εγιανλάευα Μέλλοντας: θα γιανλαεύω Αόριστος: εγιανλάεψα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.