Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τρεχούμενος (ο) [Μετοχή]

Γραφή στην Ποντιακή: τρεχούμενος Προφορά: τρεχούμενος
  1. τρεχούμενος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα:
    1) Παντού νερά τρεχούμενα, ’γώ είμαι διψασμένος.
    2) Και το νερόν τρεχούμενον κι ατός εν’ διψασμένος.

Παρατηρήσεις - Σχόλια