-
1) μεγαλώνω σε ηλικία και ανάστημα
2) παίρνω θέση, βαθμό ανώτερο
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
μεγαλώνω,ηλικίωνομαι,αυξάνομαι,φημίζομαι,μεγαλοπιάνομαι
κάνω κάτι μεγάλο,γίνομαι επίσημος
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
-
μεγαλώνω, μεγεθύνω
Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου
-
μεγαλώνω, αυξάνομαι
1)κάνω κάτι μεγάλο
2) μεγαλώνω κάτι
3) μεγαλώνω στα χρόνια
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης