τράμερα (τα) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: 1. τράμερα , 2. τρά̤μερα
Προφορά: 1. τράμερα , 2. τρεάμερα
-
από τα τρία μέρη, από όλον τον κόσμο
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
1) τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα
2) όλη η οικουμένη
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης