Προέλευση: από το ανωφέλετος
Παράδειγμα: Χͮίλ' καλοί κι είνας ανεφέλετος (πατεί ατ'ς).
Αρσενικό: Ενικός: ανεφέλετος Πληθυντικός: ανεφέλετοι
Θηλυκό: Ενικός: ανεφέλετος Πληθυντικός: ανεφέλετοι
Ουδέτερο: Ενικός: ανεφέλετον Πληθυντικός: ανεφέλετα
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους