Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
ταχτσιλούκ (το)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: ταχτσ̌ιλούκ'
Προφορά: ταχτσιλούκ
το επάγγελμα του κτίστη
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Προέλευση:
τουρκική
Παράδειγμα:
Έφτα χρόνια εδούλεψεν σο ταχτσ̌ιλούκ’.
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Ιδιωματική Εκδοχή
ταχτζηλούκ (το)
Παρατηρήσεις - Σχόλια