Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ταχμίλιαν [Επίρρημα]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. ταχμίλιαν , 2. ταχμίλια Προφορά: 1. ταχμίλιαν , 2. ταχμίλια
  1. 1) καθ’ υπόθεσιν 2) κατά πάσαν πιθανότητα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τορυκική

    Παρραδείγματα:
    1) Έρθαν κι εδέβαν ταχμίλιαν ας Άν’θεν το χωρίον.
    2) Αναράϊδα ταχμίλια απ’ οξωκά κρατεί την πόρταν.

Παρατηρήσεις - Σχόλια