Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τάφος (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: τάφος Προφορά: τάφος
  1. τάφος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
  2. εκεί όπου θάβεται ο νεκρός Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ελληνικό ουσιαστικό τάφος

Παρατηρήσεις - Σχόλια