Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ταφλάν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ταφλάν Προφορά: ταφλάν
  1. 1) το άγριο ροδάφινο 2) άγρια δαφνοκερασιά Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική

    Παράδειγμα:
    Τα ταφλάνα̤ ας σα ροδάφινα ψιλά είναι.

  2. 1) το δέντρο δαφνοκερασιά και ο καρπός του 2) το μπαστούνι της τράπουλας Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη taflan

Παρατηρήσεις - Σχόλια