Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ταυρολάς (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ταυρολάσ̌' Προφορά: ταυρολάς
  1. οργασμός των ταύρων κατά τη γενετήσια ορμή Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    από τα συνθετικά ταύρος + ελαύνω

  2. 1) η παρακολούθηση μιας αγελάδας από πολλούς ταύρους 2) ο οργασμός των βοδιών και η διασταύρωση 3) μεγάλος θόρυβος ανθρώπων Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από τα αρχαία συνθετικά ταύρος + έλασις- ελαύνω

Παρατηρήσεις - Σχόλια