Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ταράζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: ταράζω Προφορά: ταράζω
  1. ανακατώνω, διαβάλλω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Τάραξον το φαϊν να μην τσιχνίζ’. (ανακατώνω)
    2) Μέ τα ποσποζλούχ’ ατ’ ετάραξεν το χωρίον. (διαβάλλω)
    3) ταράζω και μοιράζω, ανακατώνω το μερίδιο μου με το δικό σου και μοιράζω εξίσου
    4) Ετάραξεν ατό ση σκοτίαν. (επωφελήθηκε από τη σύγχυση ή από το περιστατικό, Ιδίωμα: Σταυρί)
    5) Ετάραξεν ατό σον ύπνον. (επωφελήθηκε από τη σύγχυση ή από το περιστατικό, Ιδίωμα: Σαντάς)

  2. ανακατώνω με ραδιουργίες γεννώ έχθρα ή παρεξήγηση ανάμεσα σε ανθρώπους Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ρήμα ταράσσω= ανακατώνω, φέρνω σε ταραχή και ανησυχία

    Παθητική Φωνή:
    ταράουμαι= ανακατώνομαι, συνταράσσομαι

Παρατηρήσεις - Σχόλια