Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
1) Τάραξον το φαϊν να μην τσιχνίζ’. (ανακατώνω)
2) Μέ τα ποσποζλούχ’ ατ’ ετάραξεν το χωρίον. (διαβάλλω)
3) ταράζω και μοιράζω, ανακατώνω το μερίδιο μου με το δικό σου και μοιράζω εξίσου
4) Ετάραξεν ατό ση σκοτίαν. (επωφελήθηκε από τη σύγχυση ή από το περιστατικό, Ιδίωμα: Σταυρί)
5) Ετάραξεν ατό σον ύπνον. (επωφελήθηκε από τη σύγχυση ή από το περιστατικό, Ιδίωμα: Σαντάς)
Προέλευση:
από το αρχαίο ρήμα ταράσσω= ανακατώνω, φέρνω σε ταραχή και ανησυχία
Παθητική Φωνή:
ταράουμαι= ανακατώνομαι, συνταράσσομαι