Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

σολούχ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: σολούχ' Προφορά: σολούχ
  1. αναπνοή Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    Τουρκική

    Ιδίωμα:
    Σάντας

    Παράδειγμα - Επιπλέον Ερμηνεία:
    Σ’ έναν σολούχ’. (σε μια στιγμή)

Παρατηρήσεις - Σχόλια