τάπαντζα (η) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: 1. τάπαντζα , 2. ταπάντζα
Προφορά: 1. τάπαντζα , 2. ταπάντζα
-
πιστόλα
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
πιστόλι
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης