Προέλευση: από το αρχαίο ουσιαστικό ὦμος
Παράδειγμα: Σ’ ατό τ’ ωμίν απάν’ κλώστ’, πέσκα. (έτσι, άδικα να ελπίζεις και να περιμένεις)
Ενικός: ωμίν Πληθυντικός: ωμία