Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τοχτώνω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: τοχτώνω Προφορά: τοχτώνω
  1. μωλωπίζω χτυπώ χωρίς να προξενηθεί αιμορραγία αλλά μόνο πρήξιμο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Με τη προατί’ το πόστ’ ετύλ’τσαν το τοχτωμένον το ποδάρ’ν ατ’.

  2. μωλωπίζω προξενώ μελανιές και πρήξιμο στο δέρμα από χτύπημα,προκαλώ με χτύπημα εκχύμωση,να βγει ο χυμός Πηγή: Ανέκδοτη Προσωπική Συλλογή Δημητριάδη Μάριου
  3. χτυπάω κάποιον πάρα πολύ Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια