-
μωλωπίζω
χτυπώ χωρίς να προξενηθεί αιμορραγία αλλά μόνο πρήξιμο
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
μωλωπίζω
προξενώ μελανιές και πρήξιμο στο δέρμα από χτύπημα,προκαλώ με χτύπημα εκχύμωση,να βγει ο χυμός
Πηγή: Ανέκδοτη Προσωπική Συλλογή Δημητριάδη Μάριου
-
χτυπάω κάποιον πάρα πολύ
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης