Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τούφα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: τούφα Προφορά: τούφα
  1. ατμός Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    κατά το Ν. Λαπαρίδη από το τυφών

  2. δέσμη από τρίχες ή κλωστές ή ίνες ή φύλλα δέντρου Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
  3. ατμός Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

Παρατηρήσεις - Σχόλια