Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

μανουσάκ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: μανουσ̌άκ' Προφορά: μανουσάκ
  1. ίον, μενεξές 1) λουλούδι χρώματος μπλε με μίσχον υψηλόν και με 4-5 λουλουδάκια στην κορυφή, με άρωμα μεθυστικό. Φυτρώνει στα υγρά μέρη των βουνών. Ο Δ. Παπαδόπουλος λέγει ότι είναι ποικιλία υακίνθου 2) στη Σαντά λέγονταν μανουσ̌άκια τα λουλούδια που φύτρωναν κοντά στα πεγαδομάτια των βουνών, με χρώμα μπλέ, μικρά λουλούδια ενωμένα πολλά ομού, έτσι που κάθε άνθος αποτελούσε και μικρό μπουκέτο.. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Σαντάς

  2. λουλούδι του βουνού Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια