τουρτουρόχορτον (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: τουρτουρόχορτον
Προφορά: τουρτουρόχορτον
-
φυτό ερπυστικό του οποίου τα φύλλα ομοιάζουν με τουρτούρ’ (κάμπια). Ο χυμός των φύλλων του χρησιμοποιούνταν στη θεραπεία νωπών πληγών
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)