Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τουρμούχ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: τουρμούχ’ Προφορά: τουρμούχ
  1. ξύλινη χτένα με 15-20 δόντια για να μαζεύει τα χόρτα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Σταυρί

Παρατηρήσεις - Σχόλια