Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
τουρκοκόριτσο (το)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: τουρκοκόριτσο
Προφορά: τουρκοκόριτσο
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Ερμηνεία:
κορίτσι τούρκικο.
Ιδίωμα:
Οινόη.
Παράδειγμα:
Έναν αφορισμένο Τουρκοκόριτσο είδεν ατένα.
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Παρατηρήσεις - Σχόλια