Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τουρκοκονταρισμένος (ο) [Μετοχή]

Γραφή στην Ποντιακή: τουρκοκονταρισμένος Προφορά: τουρκοκονταρισμένος
  1. σκοτωμένος από τους Τούρκους Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Εκεί εύρανε τον υιό μ’ τουρκοκονταρισμένον. (ποίημα "Η χώνιτσα")

  2. ο σκοτωμένος με τουρκικό κοντάρι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια