τουρκοκονταρισμένος (ο) [Μετοχή]
Γραφή στην Ποντιακή: τουρκοκονταρισμένος
Προφορά: τουρκοκονταρισμένος
-
σκοτωμένος από τους Τούρκους
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
ο σκοτωμένος με τουρκικό κοντάρι
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης