Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τουμανλαεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: τουμανλαεύω Προφορά: τουμανλαεύω
  1. 1) βγάζω καπνό 2) γίνομαι καπνός Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Το τσαγ’ν ατούν τουμανλαεύ’. (βγάζω καπνό)
    2) Ετουμανλάεψεν το κιφάλ’ τη Γιάννε ας σο ρακίν. (ζαλίζομαι από μεθύσι, Ιδίωμα: Ματσούκας)
    3) Όνταν ερχίνεσεν ο κατέφορον, ετουμανλάεψεν και κανείς ’κ’ έφτασεν ατόν. (φεύγω, γίνομαι καπνός)

    Προέλευση:
    τουρκική

Παρατηρήσεις - Σχόλια