Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

Αμισός (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: Αμισός Προφορά: Αμισός
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    Πρωτεύουσα της υποδιοίκησης Τσανίκ με τις επαρχίες Αμισού, Οινόης, Πάφρας, Θεμίσκυρας (Τσ̌αρσ̌αμπά), Φάσας και Τερμέ, έδρα του μητροπολίτη Αμασίας. Είχε 22.000 κατοίκους από τους οποίους 8.000 Έλληνες, 2.000 Αρμένιοι και οι λοιποί Τούρκοι.

    Προέλευση:
    από το (εις) Αμισόν > (ει) Σαμσόν

    Παρόμοιο το εις την Πόλη (ε) Ισταμπούλ

Παρατηρήσεις - Σχόλια