Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

μαντροκώλ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: μαντροκώλ' Προφορά: μαντροκώλ
  1. 1) η κάτω άκρη της αυλής 2) η αυλή του στάβλου Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα:
    1) Είχͮεν σο μαντροκώλ’ κοτσ̌ό χωράφ’.
    2) Λελεύω τα μαντροκώλα̤ σ’ με τα μουσ̌κάρα̤ αντάμαν.

  2. 1) αυλή σταύλου 2) έξω από το μαντρί Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια