Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τουλώνω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: τουλώνω Προφορά: τουλώνω
  1. ησυχάζω, σιωπώ Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα:
    1) Εσύ τούλωσον και στόμαν μη ανοί’εις. (σιωπώ)
    2) Και τα ποτάμια τούλωσαν κι οι βοετοί εστάθαν. (ησυχάζω)

  2. ησυχάζω κάθομαι φρόνιμα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ρήμα τυλώ=γίνομαι αμβλύς,αναίσθητος σε κάτι

  3. ησυχάζω σταματώ να μιλώ Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια