Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνεία: 1) Εχάσεψεν κι ετορπαλάεψεν, τ’ αϊράνιν. (βάλλω στο σακούλι) 2) Είδαν σην αυλήν απέσ’ είναν τορπαλαεμένον γάϊδαρον. (βάζω τον τορβά στο κεφάλι του ζώου)
Προέλευση: τουρκική
Ιδίωμα: Τριπόλεως
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.