Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τοουσεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: τοουσ̌εύω Προφορά: τοουσεύω
  1. μαλώνω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική

    Παράδειγμα:
    Ερχίνεσαν να τοουσ̌εύ’νε τα δύο συνυφάδα̤.

    Ομμόριζο - Παράγωγο:
    τοούσεμαν (μάλωμα)

  2. φιλονικώ μαλώνω με κάποιον Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια