Επιπλέον Ερμηνεία: 1) ρίχνω μπρούμυτα 2) Πόσα κοφίνια φύλλα σο κατώι να γουβίζω; (αδειάζω)
Προέλευση: από το ουσιαστικό γουβίν
Ιδίωμα: Όφεως
Ενεστώτας: γουβίζω Παρατατικός: εγούβιζα Μέλλοντας: θα γουβίζω Αόριστος: εγούβισα / εγούβιξα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.