Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

γουβίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: γουβίζω Προφορά: γουβίζω
  1. αδειάζω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Επιπλέον Ερμηνεία:
    1) ρίχνω μπρούμυτα
    2) Πόσα κοφίνια φύλλα σο κατώι να γουβίζω; (αδειάζω)

    Προέλευση:
    από το ουσιαστικό γουβίν

    Ιδίωμα:
    Όφεως

Παρατηρήσεις - Σχόλια