Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τόνουμ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: τόνουμ’ Προφορά: τόνουμ
  1. μέτρον χωραφιών που ισοδυναμεί με 1,5 στρέμμα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη τενίμ

    Παράδειγμα:
    Π’ έχͮ’ 5 πέντε τονούμα̤ χώματα.

Παρατηρήσεις - Σχόλια