Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

μαντρόσκυλον (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. μαντρόσ̌κυλον , 2. μαντρόσ̌κυλλον Προφορά: μαντρόσκυλον
  1. ποιμενικός σκύλος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Σταυρί

  2. τσοπανόσκυλλο Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια