Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ωδίνα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ωδίνα Προφορά: ωδίνα
  1. χαλασμός, συμφορά Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ουσιαστικό ὠδίς = πόνος τοκετού

    Χρήση από:
    Σαλτσή

    Παράδειγμα:
    Εκόλτσεν το τζ̌άκι μ' ωδίνα σην ψ̌ήν ατ'. (χαλασμός, αντάρα στο κεφάλι του)

Παρατηρήσεις - Σχόλια