Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

σκώνω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: σ'κώνω Προφορά: σκώνω
  1. σηκώνω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Κράτ’ ας σο χͮέρ’ και σ’κώσον ατον.
    2) Εχόρτασαμε, αρ σ’κώσον το τραπέζ’.
    3) Έσκωσεν το είδος ατ’. (έγινε απαιτητικός)
    4) Τιμήν ’κί σ’κών’. (δεν του αξίζει τιμή, δε δέχεται τιμή)
    5) Ο Χάρον άχαρον, τάμαν, τιμή ’κι σ’κών’.
    6) Σ’κώνω το λείμψανον. (κηδεύω, ενταφιάζω)
    7) Σ’κών νερόν (χρειάζεται προσοχή, αξίζει να ξοδεύσει)
    8) σηκούμαι (σηκώνομαι) (παθητική φωνή, ιδίωμα Νικόπολης)
    9) Σ'κούμαι σο ποδάρ’. (επαναστατώ)
    10) Ο τόπον αοίκα πράματα ’κί σκών’. (αποδέχομαι)
    11) Αν σ’κούται και αν κάθεται, πάντοτε, διαρκώς.
    12) Τ’ αλεύρ’ νερόν ’κι σ’κών’.
    13) Το κλίμαν ’κι σ’κών’ με. (δε με ωφελεί)

  2. σηκώνω, κηδεύω, ανατρέφω, αποταμιεύω 1) βάζω κάτι σε ψηλότερο μέρος 2) συμμαζεύω κάτι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ρήμα σηκώ = φέρω σε ισοσταθμία, σταθμίζω

Παρατηρήσεις - Σχόλια