Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κρίμαν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: κρίμαν Προφορά: κρίμαν
  1. αμαρτία, κρίμα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1. Τα κρίματα μ’ είναι πολλά, κοινωνία ’κί ρούζ’ με. (αμαρτία)
    2. Κρίμαν σο βούδ’ ντο έσπαξα και σην χαράν ντ’ εποίκα. (κρίμα)
    3. Σά κρίματα τ’ς εκόλλ’τσεν ατο. (σημασία δεν έδωσε)
    4. Κρίμαν μιστός ση γούλα σ'.

  2. κρίμα, αμαρτία Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Επιφωνηματικά:
    κρίμαν = σε δήλωση έκπληξης, λύπης, συμπάθειας για γεγονός λυπήρο ή όχι ευχάριστο

Παρατηρήσεις - Σχόλια