Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τακεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: τακεύω Προφορά: τακεύω
  1. κρεμάω, κρύβω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Θα τακεύω σ’ εσόν την οτάν πα’ τρία μήλα. (κρεμάω)
    2) Ετάκεψεν τα εικόνες σ’ έναν γωνέα του σπιτί’ ατου. (κρύβω, Ιδίωμα: Οινόης)

    Προέλευση:
    τουρκική, από το τουρκική λέξη τακμάκ

    Ιδίωμα:
    Τσακράκ Κερασούντας

  2. αναρτώ, κρεμώ Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη takmak

Παρατηρήσεις - Σχόλια