Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

σκωλεκέας (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: σκωλεκέας Προφορά: σκωλεκέας
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Έγκεν σο τραπέζ’ μυντζίν σκωλεκιάρ’. ( εκείνος που σκουλήκιασε, έφερε σκουλήκια)
    2) Ο προφήτης Μωάμεθ

Παρατηρήσεις - Σχόλια