σκρίνον (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: σκρίνον
Προφορά: σκρίνον
-
έπιπλο πολυτελείας από καρυδιά σαν τη σημερινή σιφονιέρα, για να φυλάγει τα εσώρουχα και τα εξώρουχα στα διάφορα συρτάρια της
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)