Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

σκουτουλίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: σκουτουλίζω Προφορά: σκουτουλίζω
  1. ευωδιάζω, μοσκοβολώ Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Τσακράκ Τρίπολης

  2. 1) μυρίζω ωραία 2) παράγω ωραία μυρωδιά Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από το ουσιαστικό σκουτούλα - σκουττάριον

Παρατηρήσεις - Σχόλια