τιλισίμ (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: τιλισίμ'
Προφορά: τιλισίμ
-
μαγικό μέσο που κάνει τον άνθρωπο αθάνατο, άτρωτο
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
μαγική δύναμη που έχουν πρόσωπα παραμυθιών
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης