Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

σκούλος (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: σκούλος Προφορά: σκούλος
  1. γλουτός, σκέλος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Ερούξα κ’ εξέγκα το σκούλος-ι-μ’.
    2) Αρ έχ’τσα τη φωλέα μου ση γέφυρας το σκούλος. (το σκέλος της γέφυρας, το ποδάρι της βάσης)

  2. 1) ο γόμφος του μηριαίου οστού 2) το σκέλος πράγματος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από την αρχαία λέξη σκέλος

Παρατηρήσεις - Σχόλια