Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

σκούλισμα (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: σκούλισμα Προφορά: σκούλισμα
  1. Μερικά μαλλιά από τα νεοφώτιστα (μόλις βαφτισμένα), τα ζύμωναν με κερί και τα κολλούσαν στην κάτω επιφάνεια του τραπεζαίου (κεντρικού δοκού). Η τελετή αυτή που μπορούσε να γίνει και από αλλόθρησκο λεγόταν κίρβας, είχε δε ο τελετάρχης τα ίδια δικαιώματα και καθήκοντα κουμπάρου. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Ματσούκας

Παρατηρήσεις - Σχόλια