σκούλισμα (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: σκούλισμα
Προφορά: σκούλισμα
-
Μερικά μαλλιά από τα νεοφώτιστα (μόλις βαφτισμένα), τα ζύμωναν με κερί και τα κολλούσαν στην κάτω επιφάνεια του τραπεζαίου (κεντρικού δοκού). Η τελετή αυτή που μπορούσε να γίνει και από αλλόθρησκο λεγόταν κίρβας, είχε δε ο τελετάρχης τα ίδια δικαιώματα και καθήκοντα κουμπάρου.
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)