Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

γουρνίν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: γουρνίν Προφορά: γουρνίν
  1. κυψέλη Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) γούρνα χτιστή, δεξαμενή για να πίνουν τα ζώα (Ιδίωμα: Σαντάς)
    2) κυψέλη (Ιδίωμα: Σουρμένων)

    Παράδειγμα:
    Το γουρνίν ’κί κανείται τα ζα μουν.

  2. ποτίστρα Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Επιπλέον Ερμηνεία:
    λεκάνη ποτίσματος ζώων

  3. γούρνα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
  4. 1) η ποτίστρα ζώων 2) η στέρνα για το πότισμα των ζώων Πηγή: Ελληνικό Λεξικό Ποντιακής Διαλέκτου - Πολυχρόνη Ι. Μαυροκεφαλίδη

Παρατηρήσεις - Σχόλια