Παραδείγματα - Ερμηνείες: 1) Έγκεν κι ετίκευεν έμπρα̤ μουν το μακέλλ’. (στήνω όρθιον) 2) Τικεύω τ’ ουράδ’. (πεθαίνω)
Προέλευση: τουρκική
Προέλευση: τουρκική, από την τουρκική λέξη dikmek
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.