Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τικλαεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: τικλαεύω Προφορά: τικλαεύω
  1. πεθαίνω στήνω όρθιο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική

  2. κάθετο στήνω κάτι όρθιο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη diglemek

Παρατηρήσεις - Σχόλια